ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΟΤΑΝ ΟΙ ΕΦΗΒΟΙ ΜΑΣ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝ ΘΥΜΟ, ΑΠΑΓΟΗΤΕΥΣΗ, ΜΑΤΑΙΩΣΗ;
της Ψυχολόγου/Οικογενειακής Θεραπεύτριας Μαγδαληνή Αγραφιώτη, ΜA, AAFMT Clinical Designation
Στο σπουδαίο τους έργο Parenting from the Inside Out, οι Daniel Siegel και Mary Hartzell μάς προσφέρουν μια εικόνα που μένει χαραγμένη στο νου: τον «Ανώτερο» και τον «Κατώτερο» Δρόμο του εγκεφάλου.
Δεν πρόκειται απλώς για μια επιστημονική θεωρία· είναι ένας ζωντανός χάρτης, μια πυξίδα για κάθε γονιό που θέλει να πορεύεται με επίγνωση, κατανόηση και σύνδεση.
Μας θυμίζει ότι σε κάθε στιγμή της καθημερινότητας — μέσα σε ένα βλέμμα, μια φράση, μια κρίση θυμού ή μια αγκαλιά — βαδίζουμε σε έναν από αυτούς τους δύο δρόμους. Και η επίγνωση του ποιον επιλέγουμε κάνει όλη τη διαφορά.
Οι Δύο Δρόμοι
Ο Κατώτερος Δρόμος – Ο δρόμος της αντίδρασης
Είναι ο αρχέγονος δρόμος, εκείνος που πηγάζει από τα βαθύτερα στρώματα του εγκεφάλου, εκεί όπου κατοικεί η αμυγδαλή — το μικρό αλλά πανίσχυρο «κουδούνι συναγερμού» του νου.
Εδώ δεν υπάρχει χρόνος για σκέψη· μόνο ένστικτο. Μάχη, φυγή ή πάγωμα.
Ο Κατώτερος Δρόμος είναι ο φύλακας της επιβίωσης. Όταν όμως γινόμαστε γονείς μέσα από αυτόν, η καρδιά μας σφίγγεται, η φωνή μας υψώνεται, και οι σκιές της δικής μας παιδικής εμπειρίας ξυπνούν μέσα μας.
Είναι ο δρόμος του αυτόματου — γρήγορος, καταιγιστικός, συχνά μετανιωμένος. Ένας δρόμος που μας τραβά μακριά από τη σκέψη, από τη σύνδεση, από το παρόν.
Ο Ανώτερος Δρόμος – Ο δρόμος της επίγνωσης
Αυτός ο δρόμος ανεβαίνει προς τον προμετωπιαίο φλοιό, το κέντρο της σκέψης και της σοφίας πίσω από το μέτωπό μας.
Είναι ο δρόμος της παύσης, της πρόθεσης, της κατανόησης. Ο χώρος όπου μπορούμε να δούμε μέσα από τα μάτια του παιδιού μας, να ρυθμίσουμε τον δικό μας παλμό, να επιλέξουμε λόγια που χτίζουν αντί να πληγώνουν.
Ο Ανώτερος Δρόμος δεν είναι ο ευκολότερος — απαιτεί αυτοπαρατήρηση, θάρρος και ενσυναίσθηση προς τον εαυτό μας. Μα κάθε φορά που τον επιλέγουμε, σπέρνουμε μέσα στο παιδί μας το σπόρο της ασφάλειας, της ανθεκτικότητας, της εμπιστοσύνης.
Γιατί η γονεϊκότητα, στην ουσία της, δεν είναι μια πορεία τελειότητας· είναι ένα ταξίδι επίγνωσης.
Και όσο πιο συχνά στρέφουμε το βλέμμα μας προς τον Ανώτερο Δρόμο, τόσο περισσότερο μαθαίνουμε — όχι μόνο πώς να μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, αλλά και πώς να μεγαλώνουμε κι εμείς οι ίδιοι.
Όταν οι Δύο Δρόμοι Συναντούν την Εφηβεία
Η εφηβεία είναι σαν ένας καθρέφτης που αντανακλά όλα όσα νομίζαμε πως είχαμε τακτοποιήσει μέσα μας. Οι έφηβοι δεν ακολουθούν οδηγίες, δεν ανταποκρίνονται πάντα στη λογική, και συχνά δοκιμάζουν τα όρια — όχι από πρόκληση, αλλά από ανάγκη να ανακαλύψουν ποιοι είναι. Εκεί ακριβώς, στις καθημερινές τριβές και στις μικρές συγκρούσεις, οι δύο δρόμοι του νου ανοίγονται μπροστά μας:
Παράδειγμα 1: Το κινητό στο τραπέζι
Το βράδυ, ο γονιός στρώνει το τραπέζι. Το παιδί κάθεται, αλλά δεν σηκώνει τα μάτια του απ’ το κινητό.
Ο παλμός ανεβαίνει:
«Πάλι με το κινητό; Δεν μπορούμε να φάμε σαν άνθρωποι;»
Σε μια στιγμή, ο Κατώτερος Δρόμος έχει πάρει τον έλεγχο. Ο θυμός, η απογοήτευση και η ανάγκη για σεβασμό πυροδοτούνται.
Η φωνή σκληραίνει, το βλέμμα παγώνει, το παιδί αποσύρεται — και το φαγητό γίνεται πεδίο μάχης.
Αν όμως ο γονιός μπορέσει να κάνει μια μικρή παύση, να πάρει μια ανάσα, να παρατηρήσει: «Είμαι θυμωμένος γιατί νιώθω ότι με αγνοεί. Μα ίσως δεν είναι προσωπικό· ίσως είναι απλώς κουρασμένος ή βυθισμένος στον δικό του κόσμο.»
Αυτή η επίγνωση είναι το πρώτο βήμα προς τον Ανώτερο Δρόμο.
Μπορεί τότε να πει, με ήρεμη φωνή:
«Ξέρω ότι το κινητό σε τραβάει, αλλά θα ήθελα να σε έχω λίγο μαζί μας τώρα. Μου λείπεις αυτές τις μέρες.»
Η πρόθεση αλλάζει τον τόνο. Το παιδί νιώθει ότι δεν το μαλώνουν — το αναζητούν.
Παράδειγμα 2: Το αργοπορημένο βράδυ
Η πόρτα ανοίγει στις 12:30. Ο γονιός ξαγρυπνάει στο σαλόνι, ο θυμός βράζει κάτω από την ανησυχία.
«Πού ήσουν; Δεν έχεις ιδέα πόσο ανησύχησα!»
Ο Κατώτερος Δρόμος ενεργοποιείται από τον φόβο. Ο νους φαντάζεται όλα τα χειρότερα σενάρια, και η αντίδραση βγαίνει σαν επίθεση.
Το παιδί κλείνεται, απαντά ξερά, ίσως με ειρωνεία. Το χάσμα μεγαλώνει.
Η ανάβαση στον Ανώτερο Δρόμο ξεκινά από την αναγνώριση του φόβου: Ο γονιός μιλάει από το συναίσθημα και όχι από την ανάγκη να πειθαρχήσει:
«Ήμουν πολύ ανήσυχος, κι αυτό μου βγήκε σαν θυμός. Θέλω να καταλάβω πώς μπορώ να νιώθω ασφαλής όταν αργείς.»
Όταν ο γονιός μιλήσει από το συναίσθημα και όχι από τον έλεγχο, η επικοινωνία αλλάζει ποιότητα. Ο έφηβος μπορεί να ακούσει — όχι γιατί φοβάται, αλλά γιατί νιώθει ότι τον βλέπουν.
Παράδειγμα 3: Η αδιαφορία για το διάβασμα
Ο γονιός βλέπει το παιδί στον καναπέ, με τα ακουστικά στ’ αυτιά, ενώ τα βιβλία μένουν κλειστά.
«Πάλι δε διαβάζεις! Πώς περιμένεις να περάσεις;»
Η απελπισία γίνεται θυμός, και ο θυμός μεταφράζεται σε επίθεση. Ο Κατώτερος Δρόμος παίρνει τα ηνία — πίσω του κρύβεται ο φόβος της αποτυχίας, η αγωνία για το μέλλον.
Αν όμως ο γονιός μπορέσει να δει κάτω από την επιφάνεια, να ρωτήσει με γνήσιο ενδιαφέρον:
«Σε βλέπω κουρασμένο… συμβαίνει κάτι με το διάβασμα; Δυσκολεύεσαι να συγκεντρωθείς;» τότε ανοίγει ένας άλλος δρόμος — εκείνος της σύνδεσης.
Ο έφηβος μπορεί να πει: «Δεν ξέρω από πού να αρχίσω…»
Και κάπως έτσι, αντί για μάχη, ξεκινά μια συνομιλία.
Η Ανάβαση στον Ανώτερο Δρόμο
Το μονοπάτι δεν είναι μαγικό ούτε εύκολο· είναι μια πράξη καθημερινής συνειδητότητας.
Ξεκινά από μικρά βήματα:
Παύση. Μία ανάσα πριν μιλήσουμε.
Αναγνώριση. Τι νιώθω αυτή τη στιγμή; Είναι φόβος; απογοήτευση; αγάπη;
Ρύθμιση. Αν δεν μπορώ να είμαι ήρεμος, δεν μπορώ να καθοδηγήσω.
Πρώτα συνδεόμαστε με το παιδί συναισθηματικά και μετά διορθώνουμε τη συμπεριφορά.
Το παιδί χρειάζεται πρώτα να νιώσει ότι το βλέπουμε, όχι ότι το ελέγχουμε.
Κάθε φορά που επιλέγουμε αυτόν τον δρόμο, ανεβαίνουμε λίγο πιο ψηλά.
Κι εκεί, στην κορυφή του Ανώτερου Δρόμου, δεν υπάρχει τέλειος γονιός — υπάρχει γονιός ζωντανός, παρών, που μαθαίνει μαζί με το παιδί του να βλέπει τη ζωή με πιο ανοιχτή καρδιά.
Ο Προπονητής των Δύο Δρόμων
Πώς ο θυμός, η απογοήτευση και η επίγνωση μπορούν να συνυπάρξουν προς όφελος του αθλητή
του Γιώργου Λουφεκη, προπονητή αθλημάτων αντοχής και εκπαιδευόμενου συμβούλου ψυχικής υγείας.
Η πεποίθηση πως στον αθλητισμό εκπαιδεύουμε μόνο το σώμα των αθλητών πρέπει να ξεπεραστεί για το Καλό των αθλητών. Στον αθλητισμό είτε εν γνώση, είτε εν άγνοια μας, εκπαιδεύουμε νευρικά συστήματα, συναισθηματικές αντοχές και τρόπους παρουσίας.
Κάθε φορά που ένας αθλητής αγωνίζεται ή προπονείται , έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο εσωτερικούς δρόμους: τον δρόμο του ενστίκτου, και τον δρόμο της επίγνωσης. Και κάπου ανάμεσά τους, στέκεται ο προπονητής, όχι για να του δείξει τον «σωστό», αλλά για να τον βοηθήσει να διαβεί όποιον δρόμο διαλέξει ή ακόμα και να μεταπηδά ανάμεσα τους.
Ο Κατώτερος Δρόμος – Η δύναμη της έντασης
Ο Κατώτερος Δρόμος είναι το βασίλειο της αμυγδαλής, εκεί όπου κυριαρχεί το ένστικτο, η έκρηξη, εκεί που γίνεται η μάχη η οποία μπορεί να οδηγήσει σε φυγή, πάγωμα ή στο να ξεπεράσει ο αθλητής τον εαυτό του.. Είναι η φωνή που φωνάζει «πρέπει να τα καταφέρω» ή «δεν δέχομαι να αποτύχω, πρέπει να βρω τον τρόπο». Μπορεί να μοιάζει απειλητικός, όμως στην ουσία είναι ζωντανός: είναι η σπίθα που τροφοδοτεί τη θέληση, το πάθος, τη διεκδίκηση. Ο ρόλος του προπονητή δεν είναι να καταστείλει αυτή τη φωτιά, αλλά να τη μεταμορφώσει σε δύναμη που υπηρετεί τον σκοπό.
Να αναγνωρίσει τον θυμό, την απογοήτευση, την πίεση και να δείξει στον αθλητή πώς να τα διαχειριστεί αντί να τον παρασύρουν…Να τα διαχειριστεί μέσα του και όχι επιθετικά -με θυμό προς τρίτους..
Ο Ανώτερος Δρόμος – Η επίγνωση που ρυθμίζει
Αυτός είναι ο δρόμος του προμετωπιαίου φλοιού, του μέρους του εγκεφάλου που επιτρέπει να σκεφτούμε, να συνειδητοποιήσουμε, να κάνουμε επιλογές. Εδώ γεννιέται η παύση πριν την αντίδραση…η ικανότητα να παρατηρήσουμε το συναίσθημα χωρίς να μας καταπιεί.
Ο προπονητής που κινείται στον Ανώτερο Δρόμο δεν δίνει μόνο οδηγίες· ρυθμίζει το συναισθηματικό πεδίο μέσα στο οποίο κινείται ο αθλητής.
Ο τόνος της φωνής, η στάση του σώματος, το βλέμμα του, όλα στέλνουν μηνύματα ασφάλειας ή απειλής. Κι εκεί, η ψυχολογική γνώση γίνεται πράξη: ο προπονητής λειτουργεί σαν σταθερός νευροβιολογικός ρυθμιστής, προσφέροντας στον αθλητή χώρο να ξαναβρεί τη ροή του.
Ο προπονητής ως μεταφραστής των δύο δρόμων
Η ωριμότητα στην προπονητική δεν βρίσκεται στην τέλεια τεχνική, αλλά στην ικανότητα να ανεβαίνεις και να κατεβαίνεις τους δύο δρόμους συνειδητά. Όταν ο αθλητής “καίγεται” μέσα στην απογοήτευση, ο προπονητής μπορεί να κατέβει λίγο στον Κατώτερο Δρόμο, να τον συναντήσει μέσα στο συναίσθημα, να δείξει ότι το νιώθει.Κι έπειτα, να ανέβει στον Ανώτερο, και να του δείξει πώς να το μετασχηματίσει σε επίγνωση, σε μάθηση, σε επόμενη προσπάθεια.
Ένα παράδειγμα από το γήπεδο
Ο αθλητής ρίχνει, τρέχει, ή κάνει άλμα, αποτυγχάνει και απομακρύνεται εκνευρισμένος. Ο προπονητής θα μπορούσε να του φωνάξει ή να σταθεί για λίγο δίπλα του. Να πει με ήρεμη φωνή: «Το είδα… είχες πάθος, προσπάθησες !Πάρε μια ανάσα τώρα. Πάμε να το δούμε μαζί.» Αυτή η στιγμή είναι η μετάβαση. Η φωτιά δεν σβήνει· μετασχηματίζεται.
Ο αθλητής μαθαίνει ότι μπορεί να αισθάνεται έντονα χωρίς να χάνει τον έλεγχο. Ότι ο θυμός, η απογοήτευση, η ένταση δεν είναι εχθροί! Δεν υπάρχουν λάθος συναισθήματα. Είναι σήματα που χρειάζονται αποκωδικοποίηση.
Ο προπονητής ως καθοδηγητής επίγνωσης
Ο σωστός προπονητής δεν εκπαιδεύει μόνο κινήσεις, αλλά τρόπους ύπαρξης μέσα στην πίεση. Διδάσκει στον αθλητή πώς να σκέφτεται..να αναγνωρίζει πότε βρίσκεται στον Κατώτερο Δρόμο, και πώς να ανεβαίνει ξανά στον Ανώτερο. Αυτός ο προπονητής δεν αποφεύγει τη σύγκρουση αλλά την κρατά με σεβασμό. Δεν φοβάται το συναίσθημα , το μετατρέπει σε νόημα. Δεν επιβάλλει ηρεμία .. είναι ο ίδιος η ηρεμία.
Κλείνοντας
Ο Κατώτερος και ο Ανώτερος Δρόμος δεν είναι αντίπαλοι. Είναι οι δύο όψεις της ανθρώπινης εμπειρίας.. της έντασης και της επίγνωσης, της φωτιάς και της σοφίας. Ο προπονητής που μαθαίνει να κινείται ανάμεσά τους ,δεν καθοδηγεί μόνο έναν αθλητή· διαμορφώνει έναν άνθρωπο που μαθαίνει να στέκεται μέσα στο άγχος, να ρυθμίζει τον εαυτό του, και να βρίσκει δύναμη εκεί που άλλοτε υπήρχε μόνο ένταση. Και ίσως εκεί να αρχίζει η πραγματική προπόνηση: όχι στο πώς τρέχεις πιο γρήγορα, αλλά στο πώς μένεις παρών, όταν όλα μέσα σου θέλουν να φύγουν.