Η ψυχολογία των μαζών, όπως διατυπώθηκε από τον Gustave Le Bon και αργότερα αναπτύχθηκε από τον Sigmund Freud, προσπάθησε να εξηγήσει γιατί το άτομο, όταν εντάσσεται σε μια ομάδα, φαίνεται να χάνει μέρος της αυτονομίας και της ηθικής του κρίσης. Οι θεωρίες αυτές περιέγραψαν το πλήθος ως ένα πλαίσιο συναισθηματικής μετάδοσης, διάχυσης, ευθύνης και υποχώρησης του ατομικού ελέγχου. Παρότι σήμερα θεωρούνται περιορισμένες και συχνά υπερβολικά απλουστευμένες, αποτέλεσαν τη βάση για ερωτήματα που παραμένουν κεντρικά, ιδιαίτερα σε σχέση με την εφηβική συμπεριφορά.
Η σύγχρονη αναπτυξιακή και κοινωνική ψυχολογία δείχνει ότι η εφηβεία είναι μια περίοδος αυξημένης ευαισθησίας στην κοινωνική επιρροή. Κατά τη φάση αυτή, οι έφηβοι αναζητούν έντονα την αποδοχή των συνομηλίκων και τη διαμόρφωση ταυτότητας, ενώ παράλληλα τα συστήματα αυτορρύθμισης και ελέγχου βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη. Εμπειρικές μελέτες και μετα-αναλύσεις καταδεικνύουν ότι η επιρροή της παρέας σχετίζεται με αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης εξωτερικευμένων και παραβατικών συμπεριφορών, χωρίς ωστόσο να λειτουργεί ως μοναδικός ή καθοριστικός παράγοντας.
Σημαντική συμβολή της σύγχρονης έρευνας αποτελεί η μετατόπιση από την έννοια της «απώλειας ηθικής» προς την κατανόηση της κοινωνικής ταυτότητας και του τρόπου που διαμορφώνονται οι ομαδικές «κανονικότητες» Οι έφηβοι δεν παύουν να διαθέτουν ηθική κρίση μέσα στην ομάδα· αντίθετα, τείνουν να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους στις αξίες και τους άγραφους κανόνες που κυριαρχούν στο συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο. Όταν η παραβατικότητα γίνεται μέσο αποδοχής ή ενίσχυσης του κοινωνικού κύρους, ενεργοποιούνται μηχανισμοί όπως η ηθική απεμπλοκή, που επιτρέπουν τη δικαιολόγηση συμπεριφορών ασύμβατων με προσωπικές αξίες.
Τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα συγκλίνουν στο ότι η εφηβική παραβατικότητα αποτελεί ένα σύνθετο, πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Οι ομάδες συνομηλίκων δεν «παράγουν» από μόνες τους παραβατικότητα, αλλά μπορούν να ενισχύσουν ή να αναστείλουν συγκεκριμένες συμπεριφορές, ανάλογα με το κοινωνικό και συναισθηματικό πλαίσιο. Η κατανόηση αυτών των μηχανισμών είναι κρίσιμη τόσο για την πρόληψη όσο και για την παρέμβαση, ιδίως σε εφήβους με αυξημένες αναπτυξιακές ή ψυχοκοινωνικές ανάγκες.
Στην Ειδική Μονάδα Οσελότος, η συμπεριφορά του εφήβου νοείται ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης ατομικών, αναπτυξιακών, οικογενειακών και κοινωνικών παραγόντων· η εστίαση μετατοπίζεται από την αποσπασματική ερμηνεία της παραβατικότητας στην κατανόηση των νοημάτων, των σχέσεων και των διαδικασιών διαμόρφωσης της ταυτότητας των εφήβων.
Γράφει η Δάφνη Πατσιάλα,
Κοινωνική Πολιτική | MSc Διοίκηση Μονάδων Υγείας
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
- Bandura, A. (1999). Moral disengagement in the perpetration of inhumanities. Personality and Social Psychology Review, 3(3), 193–209.
- Brechwald, W. A., & Prinstein, M. J. (2011). Beyond Homophily: A Decade of Advances in Understanding Peer Influence Processes. Journal of Research on Adolescence, 21(1), 166–179.
- Laursen, B., & Richards, M. H. (2021). Toward understanding peer influence. Annual Review of Psychology (review evidence on peer influence processes).
- Rico, D. A. (2024). Moral disengagement in adolescent offenders and relationship with antisocial behavior. (evidence on moral disengagement mechanisms in adolescents).